
Η ιστορία ξεκινάει από μια καρφίτσα. Εκείνη που τρύπησε το πίσω λάστιχό μου χθες λίγο πριν την ποδηλατοπορεία, το οποίο αλλάχτηκε πάνω στην πυρκαγιά της εκκίνησης από έναν ποδηλάτη. Ως το βράδυ όμως διαπίστωσα ότι κόλλαγε λίγο το πίσω φρένο, και παρότι προσπάθησα να το ρυθμίσω, τελικά το ρύθμισε ο άνδρας της Sulpice, έφτιαξε επίσης και το πίσω φωτάκι.
Το πρωί σήμερα πηγαίνοντας στη δουλειά και μην έχοντας καιρό για μαστορέματα, σκέφτηκα να το πάω μια και καλή στο μάστορα, γιατί διαπίστωσα ότι ο τροχός έπαιζε και οι ταχύτητες δεν πατούσαν καλά. Έστρωσε το λάστιχο που ήταν κάπως στραβά τοποθετημένο, γι΄αυτό έπαιζε ο τροχός, ρύθμισε το πίσω φρένο, άλλαξε το μπροστινό που είχε γίνει τσιγαρόχαρτο, πήρα και δυο σαμπρέλες εφεδρικές και έφυγα περιχαρής, αλλά είχα αργήσει ήδη κάμποσο γιατί την ώρα που κοίταζε το ποδήλατό μου ενέσκηψαν πελάτες να ρωτάνε τούτο κι εκείνο και ένα συνεργείο απολύμανσης που ψέκασε τα πάντα, με τον ποδηλατά από πίσω να φωνάζει, όχι πάνω στα ποδήλατα!
Εντωμεταξύ είχα ψοφήσει στην πείνα και τη δίψα. Ήλιος, κάψα, δεν θα άντεχα την κίνηση του κέντρου, σταμάτησα λοιπόν σ΄ένα καφέ και πήρα κάτι πρόχειρο και δυο τόνους νερό και καφέ. Σε δέκα λεπτά, βγαίνω να πάρω το ποδήλατο, ανεβαίνω κι ήμουν έτοιμη να περάσω απέναντι, αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά, κοιτάζω πίσω και ω, φρίκη, το πίσω λάστιχο σαν τυρί του τοστ!
Όχι πάλι, και τι να ΄φταιξε και τι κάνουμε τώρα, παίρνω τηλέφωνο το ποδηλατάδικο αλλά είχε κλείσει, όμως και ανοιχτό να΄τανε ήταν πια μακριά, εγώ με δυο σαμπρέλες μα κανένα εργαλείο, το τραμ ανεβοκατέβαινε γεμάτο κόσμο, ούτε κατά διάνοια να το βάλω μέσα, και πού να πάω, μέχρι το Σύνταγμα, και ύστερα στα χέρια σπίτι ή στα ποδηλατάδικα κάτω στην Αθήνα, αν ήταν ανοιχτά, άλλη λύση σε βενζινάδικο εκεί κοντά να μου δώσουν κλειδί και αέρα, ζέστη αποπνικτική και γύρω κρανίου τόπος, που αφήνεις τα κόκκαλά σου και τα βρίσκει ο δήμος φρυγανιασμένα την άλλη μέρα.
Τότε θυμήθηκα ότι εκεί κοντά υπήρχε μια τρύπα, ένα συνεργείο "ποδηλάτων και μοτό" δίπλα από ένα τσαγκαράδικο "τακούνι σε ένα λεπτό, αλλάζονται σόλες". Ήταν ανοιχτά κι ο μάστορας καθόταν στο σκότος και πάλευε ένα ποδηλατάκι, του λέω λάστιχο, βγάζει τη σαμπρέλα, μου λέει το χτύπησες σε πεζοδρόμιο; Όχι του λέω αλλά ο δρόμος εδώ παραπάνω έχει τα χάλια του. Η σαμπρέλα είχε σκάσει από χτύπημα. Βάζει μια καινούργια, τη φουσκώνει, δεν καθόταν καλά το λάστιχο. Βρε.
Βγάζει πάλι λάστιχο και σαμπρέλα, ψάχνει τη ζάντα, κάπου βρίσκει μου λέει, α, του φωνάζω απέξω, η φακαρόλα! Ναι, αναφωνεί απομέσα, έχει διπλώσει και πίεζε τη σαμπρέλα, κάπου χτυπήθηκε μετά στο δρόμο κι έσκασε. Παίρνει ένα λαμάκι, στρώνει τη φακαρόλα, που εκτός από τη μοδιστρική χρησιμοποιείται και στα ποδήλατα, ήτοι μια λαστιχένια ταινία που καλύπτει εσωτερικά τη ζάντα. Τώρα αυτή μπορεί να είχε διπλωθεί πριν ακόμη αλλαχτεί το λάστιχο χθες, γιατί το πήγα μια απόσταση στα χέρια ενόσω ήταν σκασμένο, και καλά που δεν έσκασε το πρωί, και γι΄αυτό δεν καθόταν καλά το λάστιχο, τελοσπάντων ταλαιπωρία για πέντε χιλιοστά διπλωμένης λαστιχένιας ταινίας.
'Ημουν τυχερή μες την ατυχία μου, παρά την κούραση και το ότι επέστρεψα στις έξι στο σπίτι και παρότι όσο στοίχισε μια καρφίτσα θα μπορούσα είτε ν΄άλλαζα το πίσω λάστιχο, ενισχυμένο Michelin παρακαλώ, είτε να προμηθεύσω με καρφίτσες και φακαρόλες για κάμποσο καιρό τον Dolce μαζί και τον Gabbana!